Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια γαλήνια λίμνη με κρυστάλλινα νερά, ζούσε μια χελώνα που τη λέγανε Θαλασσίνα. Ήταν αργή στα πόδια, μα είχε τεράστια καλοσύνη στην καρδιά της.
Κοντά στη λίμνη φώλιαζε κι ένας πελαργός, ο Φτερούλης, γρήγορος στο πέταγμα μα λιγάκι βιαστικός και ανυπόμονος. Μια μέρα, μια δυνατή βροχή γέμισε τη λίμνη και παρέσυρε τη φωλιά της Θαλασσίνας μακριά, στην άλλη όχθη.
Η χελώνα προσπαθούσε να κολυμπήσει πίσω, μα το ρεύμα ήταν πολύ ισχυρό για τα μικρά της πόδια. Ο Φτερούλης, που πετούσε από πάνω, την είδε να αγωνίζεται και πρώτη φορά σταμάτησε τη βιασύνη του.
Κατέβηκε χαμηλά και της είπε: «Ανέβα στην πλάτη μου, θα σε πάω εγώ!» Η Θαλασσίνα δίστασε, μα εμπιστεύτηκε τον νέο της φίλο.
Έτσι, ο πελαργός πέταξε αργά και προσεκτικά, ενώ η χελώνα του έδειχνε τον δρόμο, γιατί εκείνη γνώριζε κάθε γωνιά της λίμνης. Μαζί έφτασαν ασφαλείς στη φωλιά της.
Από τότε, ο Φτερούλης έμαθε να είναι υπομονετικός και η Θαλασσίνα ανακάλυψε πως μπορούσε να ταξιδεύει πιο μακριά μ' έναν φίλο δίπλα της. Έγιναν αχώριστοι, εκείνος πρόσφερε τα φτερά του κι εκείνη τη σοφία της, κι έζησαν πλέον όλες τις όμορφες περιπέτειες μαζί, βοηθώντας ο ένας τον άλλον.